Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Διάσημα φιλολογικά στέκια της παλιάς Αθήνας!

Πατάρι Λουμίδη, αρχή της Σταδίου



Εκεί, ανάμεσα στο παλιό βιβλιοπωλείο της Εστίας, στα γραφεία των εφημερίδων της εποχής και στα μεγάλα θέατρα, διαμορφώθηκε, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’40, το στέκι που θα φιλοξενήσει τα πιο ονομαστά πρόσωπα των ελληνικών γραμμάτων: ο αστικός μύθος θέλει τον Γκάτσο να γράφει εδώ, εν μιά νυκτί, την Αμοργό του και εδώ να συλλαμβάνεται η υπόθεση του Ματωμένου Γάμου από το Θέατρο Τέχνης, σε μουσική του γνωστού θαμώνα Μάνου Χατζιδάκι, τον οποίο έμελλε να γνωρίσουν, για πρώτη φορά, από κοντά, όπως έγραφε ο Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά, τα υπόλοιπα μέλη της παρέας στο ένδοξο πατάρι. Νάνος Βαλαωρίτης, Μίλτος Σαχτούρης, Γιώργος Λίκος, Ελένη Βακαλό, Δημήτρης Κόρσος, Δ. Παπαδίτσας, Γιάγκος Αραβαντινός, Τάκης Σινόπουλος, Λύδια Στεφάνου, Μόραλης και Τσαρούχης, Σπύρος Τσακνιάς, Θωμάς Γκόρπας, Νίκος Καρούζος, συνήθιζαν να δίνουν το παρών.

Καφέ Zonar's, πεζόδρομος Βουκουρεστίου



Διάσημο στέκι πολιτικών και κραταιών προσωπικοτήτων, δεν έκρυψε μέχρι τις μέρες μας τον ένδοξο και πολυτελή χαρακτήρα του. Συσπείρωσε τις πιο διάσημες υπογραφές, ειδικά στον θεατρικό κύκλο, και τις έφερε κοντά με τους πιο γνωστούς συγγραφείς: Νίκος Γκάτσος, Γιώργος Κατσίμπαλης, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Δημήτρης Μυράτ, Μίνως Βολανάκης, Μάνος Χατζιδάκις, Μελίνα Μερκούρη, Τζένη Καρέζη, Φρέντυ Γερμανός, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ιάκωβος Καμπανέλλης. Αλλά και ξένες διασημότητες, όπως οι συγγραφείς Λόρενς Ντάρελ και Χόρχε Λουίς Μπόρχες και οι ηθοποιοί Σοφία Λόρεν και Σαρλότ Ράμπλινγκ.

Brazilian, Bουκουρεστίου



Επικό και μυθιστορηματικό, όπως οι θαμώνες του. Χρησίμευε ως πέρασμα και ως σημείο αναφοράς για τα πνευματικά τέκνα που δεν ένιωθαν τόσο άνετα με τη μεγαλοπρέπεια του Zonar’s, αλλά αναζητούσαν διακαώς τις συζητήσεις ανάμεσα στους Ελύτη, Μόραλη ή Ταχτσή, που σύχναζαν εκεί. Η περίφημη «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» που έγραψε το ’54 ο Κώστας Ταχτσής εξακολουθεί να δεσπόζει σε μια γωνιά. Μόνο εδώ καταδεχόταν να πίνει τον καφέ του ο Σαχτούρης, όταν αναγκαζόταν να εγκαταλείψει για λίγο τα αγαπημένα του στέκια της Κυψέλης.

Μπάγκειον, πλατεία Ομονοίας



Οι καταραμένοι ποιητές και οι εναλλακτικοί καλλιτέχνες της πλατείας Ομoνοίας συνευρίσκονταν, τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, στο υπόγειο του φημισμένου ξενοδοχείου Μπάγκειον, στη γωνία της οδού Αθηνάς. Λειτουργούσε ως καφενείο, αλλά τις πρώτες βραδινές ώρες μεταλλασσόταν σε αμαρτωλό καταφύγιο για τους ανένταχτους και τους απανταχού αποσυνάγωγους. Οι θαμώνες του τολμούσαν να ομολογήσουν ότι λάτρευαν την κλασική λογοτεχνία και τις ουσίες, ενώ διάβαζαν απαρεγκλίτως για όλη σχεδόν τη δεκαετία του ’20 το πρώτο free press στην ιστορία της Αθήνας, το «Φραγγέλιο», το οποίο εξέδιδε ο περιώνυμος Γκόρπας. Στα τραπέζια του έγραφε ο καταραμένος ποιητής Μίνως Ζώτος παθιασμένα ποιήματα στη λατρεμένη του Μαρία Πολυδούρη - οι φήμες, μάλιστα, λένε πως αυτοκτόνησε για χάρη της λίγες ώρες αφότου άφησε ένα ποίημα στο περβάζι του Μπάγκειου. Ο Τέλλος Άγρας κατέβαινε συχνά τα σκαλιά του Μπάγκειου, όπως το ίδιο έκαναν οι Τερζάκης, Βάρναλης, Μυρτιώτισσα, Μήτσος Παπανικολάου, Νίκος Σαράβας –ο πρώτος, για πολλούς, σουρεαλιστής ζωγράφος– ακόμα, όμως, και ο Ρίτσος, που σύχναζε εδώ σε νεαρή ηλικία.

Φίλιον (πρώην Ντόλτσε), Σκουφά



Το πιο μοιραίο συναπάντημα μεταξύ πνευματικών ανθρώπων εξακολουθεί να συμβαίνει στα τραπεζάκια του πολυσύχναστου Φίλιον, πρώην Ντόλτσε. Απόδειξη ο διάσημος πίνακας που στολίζει τον τοίχο της εσωτερικής του αίθουσας και αναπαριστά όλους τους περίοπτους θαμώνες του, από το σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, Κωνσταντίνο Τζούμα, και την Τάνια Τσανακλίδου μέχρι τον Χρήστο Χωμενίδη, τον Γιώργο Βέλτσο και τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Βαδίζοντας στα πρότυπα του Deux Magots, το Ντόλτσε φιλοξένησε από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του τα ανατρεπτικά πνεύματα της αθηναϊκής διανόησης, κάτι που εξακολουθεί να κάνει και σήμερα το Φίλιον. Ο Κωστής Παπαγιώργης, στο Γεια σου, Ασημάκη, συνδέει το Ντόλτσε με μια αύρα νωχελικής εποπτείας της πόλης και ειρωνικής υψιπέτειας, άμεσα συνδεδεμένης με μια σειρά από ευφυείς ανθρώπους που διαμόρφωσαν τη φήμη του, όπως ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Ακριβώς εδώ, στο εναλλακτικό πνεύμα των νέων λογοτεχνών της γενιάς του ’70, εντοπίζεται άλλωστε και η ύπαρξή του. Βασίλης Βασιλικός, Πέτρος Τατσόπουλος, Κωνσταντίνος Τζούμας, Δημήτρης Νόλλας. Για χρόνια δεν άφηνε το «στασίδι» του στο Ντόλτσε ο Γιώργος Σκούρτης.

Καφέ Βυζάντιον, πλατεία Κολωνακίου



Η έννοια «διανοούμενος» μάλλον καθαγιάστηκε σε αυτά ακριβώς τα τραπέζια, αφού το Βυζάντιον ήταν συνώνυμο με τους πανεπιστημιακούς και πάσης φύσεως θεωρητικούς της εποχής, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Αργότερα, ειδικά τη δεκαετία του ’70, στα παρηκμασμένα του τραπέζια βρήκαν καταφύγιο οι μπίτνικς. Για χρόνια, επίσης, η γνωστή ενδυματολόγος Ντένη Βαχλιώτη και ο θεατράνθρωπος Χρήστος Βαχλιώτης έδιναν διαλέξεις για το σινεμά ανάμεσα στους καφέδες. Το Βυζάντιον συνδέθηκε, όμως, και με την παρέα των Ελλήνων μοντερνιστών, με τακτικούς θαμώνες τα μέλη του περιοδικού «Πάλι» και την εμβληματική φυσιογνωμία του Νάνου Βαλαωρίτη.

Και βέβαια δεν θα μπορούσαμε να εξαιρέσουμε το Φλόκας στη Φωκίωνος Νέγρη.   
Οι τοίχοι του είναι ακόμα ποτισμένοι από ιδέες, πνευματικές αντιπαραθέσεις και μουσικές που παίζονταν στο ομώνυμο πατάρι. Η Φωκίωνος Νέγρη ήταν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της «αμαρτωλής» διανόησης που πάσχιζε να αποκηρύξει τον καθωσπρεπισμό, αλλά δεν απαρνιόταν την αστική καταγωγή της. Εδώ έγραφε τα ημερολόγιά του ο Ζαν Ζενέ και κρατούσε σημειώσεις ο Τάσος Λιγνάδης. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς μερικές σελίδες από το Παλίμψηστο, την αυτοβιογραφία του Γκορ Βιντάλ, για να δει τον Φλόκα να στολίζει τις περισσότερες από τις αναφορές του. Ο Εγγονόπουλος περνούσε από εδώ καθημερινά και ο Νίκος Τσιφόρος καθόταν στα τραπεζάκια του, σημειώνοντας όσα έβλεπε. Στα πρώτα χρόνια της καθόδου του στην Αθήνα την περαντζάδα από τα έξω τραπεζάκια χαίρονταν ο Γιώργος Χειμωνάς με τη Λούλα Αναγνωστάκη.


http://heartbeatradio.eu/

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Μάθετε στα παιδιά σας αυτόν τον υπέροχο, μαγικό, αλλιώτικο κόσμο!

Μπαίνοντας στο μετρό σήμερα είδα μια πολύ όμορφη εικόνα. Ένα αγοράκι 8-9 ετών με ένα παιδικό βιβλίο στα χέρια του καθόταν δίπλα στη μαμά του που διάβαζε αγγλικό μυθιστόρημα.


Χαμογέλασα και γύρισα πολλά χρόνια πίσω, όταν σαν παιδί και εγώ, καθόμουνα δίπλα στη μαμά μου και διαβάζαμε παρέα. Μόνο που τότε όπως δεν υπήρχαν και πολλά παιχνίδια, δεν υπήρχαν και βιβλία για παιδιά. Αν εξαιρέσει κανείς τα κόμικς, δεν κυκλοφορούσε κάποιο παιδικό έντυπο. Θυμάμαι τη μαμά μου που έψαχνε πολύ προσεκτικά σε βιβλία για ενήλικους, κατάλληλα βιβλία για μένα, που θα μπορούσα να κατανοήσω, θα μου άρεσαν σαν ιστορίες, δεν θα με κούραζαν σαν γραφή. Ήθελε να αγαπήσω το βιβλίο και το κατάφερε.



Λίγο αργότερα δειλά δειλά εμφανίστηκαν ξένα παιχνίδια προσχολικής ηλικίας και βιβλία για εφήβους, ξένων συγγραφέων μεταφρασμένα στα Ελληνικά. Βλέπετε εδώ στην Ελλάδα, ακόμα και αν γράφονταν παραμύθια και ιστορίες για παιδιά, δεν έφταναν στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Οι δημιουργοί δεν έβρισκαν ανταπόκριση, οι εκδότες φοβόντουσαν μια τέτοια ‘επένδυση’. Ήταν μια ανεξερεύνητη γωνιά της ευρύτερης αγοράς που οι ‘ειδικοί’ δεν ήξεραν πως να προσεγγίσουν. Πάντα θεωρούσαν, και όχι άδικα, πως τα παιδιά ήταν δύσκολο κοινό. Οι νουθεσίες παιδαγωγών και ειδικών, η ξένη κουλτούρα, η ολοένα αυξημένη ζήτηση, βοήθησαν και καθιέρωσαν το παιδικό βιβλίο ως απαραίτητο εργαλείο για μια σωστή ανάπτυξη των παιδιών.



Και ερχόμαστε στο σήμερα που το παιδικό βιβλίο καταλαμβάνει ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς, που οι συγγραφείς του όχι μόνο δεν ντρέπονται όπως παλιά, αλλά καμαρώνουν για τα έργα τους, που τα ίδια τα παιδιά λατρεύουν να παίρνουν ως δώρα. Δίπλα στα ολοένα βελτιωμένα μοντέλα κινητών και tablets, υπάρχουν και ιστορίες για δράκους, νεράιδες, ήρωες παιδιά ή ζώα, παραμυθένιους κόσμους, με μηνύματα κατανοητά για τα παιδικά μυαλουδάκια που τα συνεπαίρνουν, τα διδάσκουν, τα ψυχαγωγούν. Μάθετε στα παιδιά σας αυτόν τον υπέροχο, μαγικό, αλλιώτικο κόσμο!
 

http://heartbeatradio.eu/

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Βιβλία που γίνονται σίριαλ...

Όταν ακούω για σίριαλ βασισμένα σε βιβλία, μου βγαίνει αυθόρμητα ένα "ωχ". Λογικό θα μου πείτε εφόσον από τις πάμπολλες τέτοιες απόπειρες, είναι μετρημένες αυτές που στέφθηκαν με επιτυχία.


Ποιός μπορεί να ξεχάσει από παλιά το “Οι Πανθέοι” και “Η αίθουσα του θρόνου” του Τάσου Αθανασιάδη, το “Λεμονόδασος” του Κοσμά Πολίτη, το “Λωξάνδρα” της Μαρίας Ιορδανίδου, το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” του Νίκου Καζαντζάκη, το “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” του Κώστα Μουρσελά, το “Πρόβα νυφικού” της Ντόρας Γιαννακοπούλου, το “Η αγάπη άργησε μια μέρα” της Λιλής Ζωγράφου, το “Τρίτο στεφάνι” του Κώστα Ταχτσή, το “Η αίθουσα του θρόνου” του Τάσου Αθανασιάδη, το “Οι μάγισσες της Σμύρνης” της Μάρας Μειμαρίδη, το “Ματωμένα χώματα” της Διδούς Σωτηρίου, για να φτάσουμε στο “Δέκα” του Μ. Καραγάτση (Δημήτρη Ροδόπουλου) και το "Νησί" της Βικτόρια Χίσλοπ;


Σειρές που σεβάστηκαν τα πρωτότυπα, με τεράστια απήχηση στο τηλεοπτικό κοινό, που ανέδειξαν ή θύμισαν μουσικούς και ερμηνευτές, ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Γιατί όμως αποτυγχάνουν οι περισσότεροι; Τι έφταιξε άραγε που “Ο Γιούκερμαν” ή “Ο κίτρινος φάκελος” και τα δύο του Μ. Καραγάτση, δεν είχαν καμία επιτυχία; Τι πήγε στραβά και το “Βαλς για δώδεκα Θεούς” της Λένας Μαντά δεν άρεσε; Ακριβές παραγωγές, αξιόλογοι σεναριογράφοι, γνωστοί σκηνοθέτες, ταλαντούχοι ηθοποιοί, έμπειρα άτομα πίσω από τις κάμερες. Και όμως, η συνταγή δεν ‘βγήκε’. Και αναρωτιέμαι, τι πήγε στραβά;



Μήπως η αποτυχία οφείλεται σε επιφανειακή προσέγγιση των πρωτοτύπων; Μήπως οφείλεται σε ευρήματα εφήμερου εντυπωσιασμού; Μήπως οφείλεται σε υπερβολική σιγουριά για επιτυχία ή στην άπληστη επιθυμία των παραγωγών ή των καναλιών για μακροβιότερο προϊόν; Πόσο μπορείς να ‘τραβήξεις’ ένα βιβλίο χωρίς να εξαϋλωθεί το μυστήριο του, η μαγεία του, η υπόσταση του; Αλλά και οι ίδιοι οι συγγραφείς που βρίσκονται εν ζωή, γιατί δεν επεμβαίνουν, γιατί δεν προστατεύουν τα "παιδιά" τους;
Τελικά ποτέ δεν κατάλαβα τι έφταιξε και πανέμορφα βιβλία δεν έγιναν επάξιες εικόνες.



http://heartbeatradio.eu/

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Βιβλία, βιβλία, βιβλία!

Ένας χώρος γεμάτος βιβλία ανέκαθεν ήταν ο παράδεισος για τους βιβλιόφιλους. 



Το άγγιγμα όλο προσμονή, η μελέτη των εξωφύλλων, των τίτλων, των περιλήψεων. Φευγαλέες ματιές στις φωτογραφίες και τα βιογραφικά των δημιουργών. Το ξεφύλλισμα κ η γλυκιά ζαλάδα από το ιδιαίτερο άρωμα του μελανιού στο χαρτί, το κρυφοκοίταγμα σε σκόρπιες φράσεις, σε τυχαίες σελιδες. 
Και ή θα τα αφήσουν πίσω στη θέση τους ή θα τα αγκαλιάσουν σαν να είναι ότι πολυτιμότερο έχουν.
Τι είναι αυτό όμως που μας ωθεί στην απόφαση;



Άλλος επηρεάζεται από το εξώφυλλο, άλλος από τον τίτλο, άλλος άκουσε πως είναι αριστούργημα ή "πατάτα", άλλος λατρεύει τον δημιουργό.
Προσωπικά επιλέγω βιβλία που θα με τραβήξει είτε ο τίτλος, είτε η περίληψη. Πάντα είχα μια αδυναμία σε νέους συγγραφείς, χωρίς να παύω να παρακολουθώ τους ήδη γνωστούς. Επίσης δεν θεωρώ πως υπάρχουν καλά ή κακά βιβλία. Σε όλα μα όλα υπάρχει αυτό το κάτι που θα σε αγγίξει, που θα σου μείνει. Παίζει σίγουρα πολύ μεγάλο ρόλο σε τι συναισθηματική κατάσταση βρίσκεσαι όταν το διαβάζεις.



Αλλά δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως υπάρχουν και κάποια βιβλία τα οποία έχουν την δική τους ανωτερότητα, την δική τους θαρρείς υπόσταση, την δική τους ψυχή. Είναι εκείνα τα μικρά διαμαντάκια, που δημιουργήθηκαν με στερήσεις, με αφοσίωση, με λατρεία. Όχι για τα φράγκα, μα για να λυτρωθεί το "είναι" του δημιουργού. Είθισται να βρίσκονται στα πρώτα δείγματα γραφής νεοεμφανιζόμενων δημιουργών, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως καταξιωμένα ονόματα του χώρου δεν μας έχουν εκπλήξει ευχάριστα. Ευτυχώς υπάρχει πληθώρα επιλογών για εμάς τους βιβλιόφιλους. Γιατί ακόμα και τώρα στην τόσο δύσκολη εποχή που διανύουμε, η δημιουργία συνεχίζεται.
Καλή ανάγνωση!

http://heartbeatradio.eu/